Τη Λάρισα δεν την είχα επισκεφθεί ποτέ (δεν είχα καν εικόνα της) και δεν την είχα συνδέσει με πολιτιστικές δραστηριότητες. Όμως , 8 Δεκ. 2009, έλαβα από την ως τότε άγνωστή μου οργανώτρια παραγωγής κ. Σοφία Κούστα, για να παρακολουθήσω όποιαν ήθελα από τρεις παραστάσεις λαρισαϊκής διδασκαλίας της «Κάρμεν», 18, 20,και 22 Δεκ. 2009. Δέχθηκα αδίστακτα και πήρα το τρένο. Βρέθηκα σε μια πόλη (κάτοικοι: 124.391, το 2001: σήμερα μιλούν για 200.000), με μαγευτικό περίπατο στις όχθες του Πηνειού, που η παλλαϊκή ρυμοτομία της, καίτοι «πλαισιωμένη» από σύγχρονα 5ώροφα και 6ώροφα κτίρια, υπαινισσόταν παρελθοντική γραφικότητα ανεπιστρεπτί χαμένη αλλά και δημιουργούσε αίσθηση θαλπωρής, ασφάλειας, ανέσεως, και ευφορίας. Στην καρδιά της πόλεως αρχαίο θέατρο 10.000 θέσεων που αχρήστευσε τον 4ον αιώνα ο μουσοκτόνος Χριστιανισμός και πίσω του, πάνω σε ύψωμα, ερείπια κάστρου, παντού καταστήματα καλύτερα των Αθηνών κ.λ.π
Τρεις παραγωγοί: Σύλλογος Φίλων Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων Δήμου Λαρίσης (Δ.Ω.Λ.), Συνεργείο Μουσικού Θεάτρου και οκτώ συντελεστές: ΣΟΝΔΛ, Χορωδία Όπερας και Παιδική Χορωδία Δ.Ω.Λ., Μουσικός Σύλλογος Λαρίσης και Γυναικεία Χορωδία Λέσχης Φιλομούσων Λαρίσης: και όλοι…κατεξευτέλισαν «όπου λαλούν πολλοί κοκόροι αργεί να ξημερώσει». Διότι η λαρισαϊκή διδασκαλία της «Κάρμεν», υπέροχο ανοιξιάτικο χάραμα, μας άφησε άναυδους με την υψηλής επαγγελματικής στάθμης αρτιότητά της, επικυρώνοντας τη βαθύτατη πεποίθησή μας ότι αν ποτέ ξαναγεννηθεί η ετοιμοθάνατη Ελλάδα που αφάνισαν εκατοντάδες πολιτευόμενα «λαμόγια», η αναγέννηση θα προέλθει από την περιφέρεια: τα εισιτήρια των τριών παραστάσεων εξαντλήθηκαν αμέσως.
Ελλείψει καταλληλότερου χώρου (το Δημοτικό Θέατρο της Λαρίσης τελειώνει σύντομα) η παράσταση δόθηκε στο «Παλλάδιον», απέριττα νεοκλασσικό κτίσμα πολλαπλών χρήσεων χωρητικότητας 900 περίπου ατόμων. Στήθηκε αρκετά ευρύχωρη υπερυψωμένη ορθογώνια σκηνή, και μπροστά της, στο επίπεδο του δαπέδου, παρατάχθηκε η ορχήστρα.
Σκηνοθεσία μάλλον ρεαλιστική:ο Κώστας Λαμπρούλης θριάμβευσε κινώντας πειστικά πολυάνθρωπα πλήθη σε σχετικά περιορισμένο εμβαδόν που κάπως μεγάλωνε χάρη σε υπερυψωμένο «χαγιάτι» και αναγλυφοποιώντας «δευτερεύοντα» πρόσωπα που ενσωματώθηκαν οργανικά μέσα στην ταχύρροη δράση (κουιντέτο β΄πράξεως: Ντανκάιρο, Ρεμεντάδο, Φρασκίτα, Μερσέδες και Κάρμεν). Επιπλέον, σε συνεργασία με τον πρωταγωνιστή Δημήτρη Πακσόγλου, έδωσε νέα (τουλάχιστον για μένα) διάσταση στον ρόλο του Ντον Χοσέ: άτομο ασήμαντο και υποταγμένο συνειδητοποιεί χάρη στην Κάρμεν μια ταυτότητα και έναν ανδρισμό σε τελικήν ανάλυση αβέβαια, πράγμα που η τελευταία, επαναστάτρια μέχρις εσχάτων, διαισθάνεται ενστικτωδώς, εξ ου και η στροφή της στον Εσκαμίγιο. Ωραία σκηνικά (Κώστας Βαρνάς) και κοστούμια (Ελένη Ψύρρα), εποχής αλλά και διαχρονικά χάρη στο ισπανοτσιγγάνικο στοιχείο. Εύγε στη χορογράφο Καμέλια Δαμαλή, που υποκατέστησε την έλλειψη μπαλέτου με 4 κοκκινοφορεμένες χορεύτριες, σωστό οπτικό «λάιτ μοτίβ».
Οι εκπλήξεις ακολουθούσαν αταλάντευτην ανιούσα Χορωδία Όπερας και Παιδική Χορωδία Ωδείου Λαμίας (Διευθυντής της δεύτερης: Δημ. Καρβούνης) μουσικότατες, απαλόηχες, ευέλικτες σε δυναμικές διακυμάνσεις αλλά κυρίως με καθαριότατη γαλλικήν άρθρωση, προφανώς ενισχυμένες από την Ανδρική Χορωδία Μουσικού Συλλόγου Λαρίσης (Διευθυντής: Χρήστος Κτιστάκης) και τη Γυναικεία Χορωδία Λέσχης Φιλομούσων Λαρίσης (διευθύντρια: Μάγδα Αλεξανδρή-Δημόκα). Θα ευφράνθηκε η ψυχή του πρωτοπόρου Θεσσαλονικέα διευθυντή χορωδίας Γιάννη Μάντακα (1932-1998) ακούγοντας τέτοια σύνολα από κάποιο μακρινό αστέρι…
Ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη στάθηκεν η ορχήστρα: νέοι Λαρισαίοι και Λαρισαίες, επαγγελματκότατου επιπέδου (μας κατέπληξαν τα ξύλινα πνευστά!) συσχηματίστηκαν με τις φωνές και έπαιξαν με εκπληκτική ζωντάνια, βιώνοντας κάθε νότα της παρτιτούρας, υπό την εμπνευσμένη και έμπειρη μπαγκέτα του Χρήστου Κτιστάκη (τη βραδιά που παρακολουθήσαμε: διηύθυνε άλλη παράσταση και ο αδελφός του Δημήτρης Κτιστάκης; ). Μέρες κατόπιν αντηχούσε μέσα μας το έργο… Τη διανομή αποτελούσαν τα καλύτερα ονόματα του ελληνικού λυρικού στερεώματος που γέμισεν αστέρια χάρη στον αλησμόνητο Χρήστο Δ. Λαμπράκη – μια ακόμη συμβολή που ίσως δεν επισημάνθηκε αρκετά: Μαρίτα Παπαρίζου, φωνητικά, μουσικά και υποκριτικά, αρχετυπική Κάρμεν, εφάμιλλη της Κάρμεν – αγοροκόριτσο (Αγνή Μπάλτσα σε σκηνοθεσία Πονέλ, Ηρώδειο, 1984). Δημήτρης Πακσόγλου, φωνητικά αντάξιος των κλιμακώσεων της υποκριτικής του (βλ. πιο πάνω). Χάρμα φωνητικής δροσιάς και απέριττης σκηνικής γοητείας η Μυρσίνη Μαργαρίτη, Μικαέλα (α΄και γ΄πράξη) που έπεφτε πολλή για τέτοιο Ντον Χοσέ. Από κάθε άποψη ιδανικός Εσκαμίγιο ο Δημήτρης Κασιούμης, ρωμαλέο τίμπρο, μουσικότατη φωνή, λιτή αλλ΄υποβλητική σκηνική παρουσία… Μόνον επαίνους έχουμε για τους Τάσο Αποστόλου (υπολοχαγός Θουνίγκα), Νίκο Καραγκιαούρη (Μοράλες ) αλλά κυρίως για τους Κωστή Ρασιδάκη (Ντανκάιρο), Αστέριο Τσέτσιλα (Ρεμεντάδο), Ελπινίκη Ζερβού (Φρασκίτα ) και Εριφύλη Γιαννακοπούλου (Μερσέδες ): δε θυμόμαστε να έχουμε τελειότερα τραγουδημένο το κουιντέτο με την «Κάρμεν». Ολ΄αυτά αντιπροσωπεύουν σκληρότατην ομαδική δουλειά ενός ολόκληρου χρόνου: θέλουν μόχθο τα θαύματα…
Και όμως η όπερα στη Λάρισα έχει τη μικρή της ιστορία: «Τροβατόρε» σε συναυλιακή μορφή, «Τραβιάτα», «Βαφτιστικός», «Μαγικός Αυλός» για παιδιά και ένα μονόπρακτο Όφφενμπαχ, πασίγνωστο στο αθηναϊκό κοινό του 19ο αι., «Η τιμή των Σουφλερί» (1861) – όλα τα λίγα τελευταία χρόνια.
Και, προς μείζονα έπαινο των προσφιλέστατων Λαρισαίων: μουσικοκριτικούς προφανώς εκάλεσαν όταν βεβαιώθηκαν 100% για το αποτέλεσμα – απόδειξη πρόσθετη ένα κοινό που έφευγε μεταρσιωμένο («Παλλάδιον» Λαρίσης, 20.12.2009).
Εξπρές, Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010
Γιώργος ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ


[...] Η Γιορτή της Μουσικής ξανά στη Λάρισα! «Κάρμεν» Λαρισαϊκή: έκπληξη δεκαετίας [...]